το τιποτα...

20 Μαϊ 2009

περπατουσε στην ακρη του δρόμου απολαμβάνοντας την ησυχία. μπροστα του διεκρινε την μορφή της καθισμενη στο πεζουλι. Την πλησίασε με θαρρος και της ζητησε να καθίσει μαζί της. εκεινη τον κοιταξε με ματια φωτια και εκανε πιο εκει. συνεχισε να τον κοιταει επίμονα προσπαθώντας να καταλαβει τι αναζητουσε εκει στην ερημια. και αναγνωρισε το βλεμμα που διψα για ερωτα. τα νιατα του ποθουσαν νιατα και αγκαλιες σφιχτες. χαμογελασε με γνωση πήρε μια βαθιά ανασα και ξεκίνησε:
"ηταν λεν καποτε μια κοπελουδα ομορφη, στρουμπουλή και ξύπνια. νοικοκυρα και διαβασμένη. φορουσε μαυρα μονο σαν πενθουσα κορη απο γεννησιμιου της και είχε πορφυρά μαλλιά. ερωτες δεν γνωριζε παρα μοναχα σε αυλα. λεξεις, νοτες, μυρωδιες αυτα ηταν οι ερωτες της. και μια νυχτια συναντησε εκει κάτω στο ποτάμι εναν αγγελο σωστο. μαυρα μαλλια και λαγνα ματια. αψηλος και ομορφος, ξελογιαστής απο γεννησιμιου του. χαμογελασε την μια φορα φωτια της αναψε στα στηθια. αμαθη απο καυμους καθως ηταν καθολου δεν λογαριασε πως τα χειλη μπορει και να'ταν πλανα. πλουτισαν οι λεξεις, μεγαλωσαν οι ηχοι. βαδιζε στα συννεφα με συνοδοιπορο τα χέρια του παληκαριου. γεννουσε ο ομορφονιος λογια και της τα ψυθιριζε και αυτη κουρνιαζε πιο πολυ στην αγκαλια του. το πρώτο πρωι που κατεβηκε στο ποταμι περίμενε μεχρι να νυχτωσει και αυτός δεν φάνηκε πουθενα. αμαθη στα δάκρυα εγλειψε τα χειλη της και ενιωσε τ'αλατι. θα'ρθει ειπε μεσα της. δεν μπορει, αυριο θα'ρθει. και τ'αλλο όμως πρωινο κανεις δεν εφανη. και επερασαν οι μερες και οι νυχτιες ωσότου ασπρη τουφα φυτρωσε πισω στον αυχένα. και το μαραζι εμεγάλωνε. η μανα της την ετρεξε στην πολη να πει ο γιατρος φάρμακα να γιανει το κορίτσι. μα και ο δοκτορας εσηκωσε τα χερια του αψηλα. "νταλκά εγω δεν ξερω να γιατρεψω", ειπε στην μανα και εγυρισαν. σπαραζε η καψερη καθε μερα καθως εβλεπε τις ασπρες τουφες να πληθαινουν. και ξάφνου ενα πρωι εσηκώθη η κοπελουδα. φορεσε ρουχα και παπουτσια και εξω βγηκε για αερα. χρονια πολλα περασαν μα αυτη δεν ματαφάνηκε. καποτε ντελαλης ειπε πως την ειδαν να ζει αλλουθε μακρια απο το ποταμι χαρουμενη και ευτυχισμενη. μα εγω το'μαθα πως οσοι ματια ψυχης κατεχουν σαν την κοιτάζουν μόνο σκελετό εβλέπουν. θαρρεις αγορι μου, πως διψας για αγαπες και ερωντες νταλκάδες και καυμους. μα δεν γνωριζεις πως ο ερωτας σκοτωνει. απο το θανατο που ζεις καθε του ημερα. καθείς αλλιως τον ζει και αλλιως πεθαίνει. αλλά πεθαίνει. σαν αποθανει αλλαζει το προσωπο. παγωνει και μια μοναχα γκριματσα κανει. αυτή του ζωντανου να ξεγελάει το μεσα του. ο ερωντας σαν σε γλυκοχτυπησει δεν εχει σωτηρία και μάθε το. τα στόματα να ακους, τα χειλη να πιστευεις. τα χερια να ζητας να δεις ποσο σφιχτα κρατουν και τα ματια να κοιτας αν χαμηλώνουν. γιατι ο ξελογιαρης ερωτας δεν λογαριαζει φοβους και ντροπες. ξεντυνεσαι και πας αοπλος στην μαχη. και αν θα βγεις απο αυτή πληγές μετρας και γνωσεις. και αν θα βγεις απο αυτή για ζωντανός παντα θα 'σαι, για πεθαμένος μια ζωή.
πεθαμένος μια ζωή σαν βγεις, αυτο ειναι που λεν τίποτα."


για τον Κωστή...

4 σχόλια:

Spy είπε...

Μόνο σιωπή...


...για ένα υπέροχο κείμενο.

purple clementine είπε...

Πειράζει να κάτσω λίγο εδωνά;
Ίσα ν' ακούσω τις χορδές και μετά στο δρόμο ξανά.

sadcharlotte είπε...

κατάσκοπε: ξερουν οι γριες απο ερωντες απο αυτους τους αληθινούς που φωτιες βάζουν.. σας ευχαριστω...

μωβ κοριτσι: καθισε οσο θελεις. μαζεψε χορδες και πιο καλα θα βγεις στον δρόμο..

kostas_patra είπε...

γεμάτο είναι το δικό σου τίποτα

ειλικρινά ευχαριστώ
για την τόλμη
και την αφιέρωση